ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ/autobiography

Τέλη δεκαετίας του ΄50.
Ο πατέρας φεύγει από την Κρήτη με έναν περιπλανώμενο παπλωματά.
Δεκαετία του ΄60. Καταλήγει στην Εύβοια.

auto-bio1968. Χρονιά πλούσια σε γεγονότα. Μεταξύ άλλων, τον Απρίλιο γεννιέται ο Μσουάτι ο Γ,΄ βασιλιάς της Σουαζιλάνδης, ενώ οι Μπιτλς έχουν μπει σε τροχιά διάλυσης. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα – έχουμε συμπληρώσει ήδη ένα χρόνο Χούντας – γεννιέμαι εγώ.

1969. Και τότε έπαιρνε ο κόσμος φάρμακα, αλλά έμοιαζαν οι συσκευασίες μεταξύ τους. Έτσι η μάνα μου μπέρδεψε το αντιβηχικό με το καθαρό οινόπνευμα και μου έδωσε μια κουταλιά της σούπας. Απέκτησα αντισώματα.

Γαλουχήθηκα με το Ντιρλαντανά του Σαββόπουλου , το Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι του Καλδάρα με τον Πουλόπουλο, το Μαράθηκαν τα γιασεμιά με τον Μουντάκη και αργότερα προστέθηκε ο Ξυλούρης, ο Καζαντζίδης και διάφορα άλλα είδη,  όπως το Ντούμπου – Ντούμπου  Ζα του Μαρκόπουλου.

1973. Παίρνουμε  την ασπρόμαυρη τηλεόρασή μας. Γίναμε  κι εμείς  άνθρωποι. Το πρώτο πράγμα που είδα εκείνο το απόγευμα , αφού έληξε η τελετή σύνδεσης με την κεραία,  ήταν ο Κόκοτας να τραγουδά σε κάποια μαρίνα, με φόντο άσπρα , κόκκινα , κίτρινα, μπλε καραβάκια.

Δεκαετία ΄70. Η Ελλάδα μέσα στη σκόνη το καλοκαίρι και στη λάσπη το χειμώνα. Στα σχολεία , σε όλες τις τάξεις και βαθμίδες, αναπαραγωγές του Αλεξανδράκη με στρατιώτες στην Αλβανία, άλλοι σκοτωμένοι, άλλοι ματωμένοι, όλοι ζορισμένοι, όλοι να λένε ΟΧΙ και όλοι ήρωες. Όχι σαν εμάς που παίζαμε καρπαζιές στα θρανία και ξυνόμασταν από τις ψείρες. Και στην Αλβανία είχαν ψείρες και σε όλους τους ένδοξους αγώνες μας, όπως μας τους έμαθαν , είχαν ψείρες. Αλλά αυτές ήταν ηρωικές σε κεφάλια ηρώων κι όχι σε κεφάλια στουρνάρια σαν τα δικά μας. Αυτή δεν είναι δική μου άποψη αλλά των δασκάλων μου  (που ζουν ακόμη και μεγαλουργούν).

Ζωγράφιζα από τότε. Όπως όλα τα παιδιά. Ίσως με λίγο παραπάνω πάθος από τα περισσότερα.

Κατά τ’ άλλα, αυστηρότητα. Σφαλιάρα οι δασκάλοι και χάρακας, συμμαθήτριες που ήθελα να παντρευτώ όταν θα μεγαλώσω, σφαλιάρα κι ο πατέρας  για να στρώσω – έτσι έστρωσε η γενιά μου γι’ αυτό και κοιμάται σήμερα όπως τη βλέπετε – Δεύτερο πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας , ο Χριστός ξανασταυρώνεται, που ο πατέρας μου δεν με άφησε ποτέ να δω και που ως αντίδραση δεν διάβασα ποτέ , Ντίσκο, Φλωρινιώτης, Γιάννης Πετρίδης, κλπ, κλπ, κλπ.

Δεκαετία ΄80.  Α! Άλλες εποχές. Πλέον είμαστε ΕΟΚ και όλοι ΠΑΣΟΚ. Δευτέρα Γυμνασίου και σε ένα διάλειμμα μας λέει συνωμοτικά η Μαρία: ρε σεις, είδατε τι ζωγράφισε στο θρανίο του ο ψηλός; Τι; Ένα σφυροδρέπανο. Ααα! Εγώ πήγα στο θρανίο του ψηλού για να δω τι είναι αυτό το σφυροδρέπανο. Φαίνεται πως δεν κατάλαβα τίποτα γιατί καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα ζωγράφισα το Μπυροδρέπανο.

Η αγάπη μου για τη ζωγραφική έχει μεγαλώσει και ζωγραφίζω με αμείωτο πάθος. Έχει όμως αναπτυχθεί κι ένα  άλλο πάθος:  για τη Φυσική – κυρίως  την πειραματική Φυσική –  και τη  Χημεία.

(Αυστηροί και υπερπροστατευτικοί γονείς που προσπαθείτε να ελέγξετε τα παιδιά σας … ματαιοπονείτε. Το πώς τη γλίτωσα εγώ από εκείνα τα γυμνασιακά χρόνια των οικιακών πειραμάτων  είναι ένα άλυτο μυστήριο. Και οι γονείς μου δεν πήραν χαμπάρι τίποτα , εκτός από μία φορά που κόντεψα να βάλω φωτιά στο σπίτι )

Στο Λύκειο είχαμε το μάθημα του «επαγγελματικού προσανατολισμού» . Αυτό είναι κάτι σαν τα ανέκδοτα που σε κάνουν και κλαις, αλλά χρόνια μετά.

Στο Πανεπιστήμιο, φοιτητής του Φυσικού Πάτρας πλέον, κατάλαβα εντός ολίγων μηνών πως δεν πρόκειται να γίνω φυσικός κι ας έπαιρνα το πτυχίο.

Δεκαετία του ΄90. Πέφτουν τείχη αλλά όχι από σεισμό  Ρίχτερ. Ακόμη δεν ξέρουμε αν ήταν ο κύριος σεισμός ή προ – σεισμός .

Εγώ αποκτώ  τότε  τους πρώτους  μου δασκάλους στη ζωγραφική και στη φωτογραφία. Παρ’ ολ’ αυτά, για αρκετά χρόνια  θα ζωγραφίζω  κυρίως με κάρβουνο και ξηροπαστέλ.

Κάνω  και τις πρώτες μου εκθέσεις ζωγραφικής  και φωτογραφίας  στο Παν/μιο της Πάτρας.  Τοπάλεια ΄92 και ΄93.

Μετά είπα πως η φιλοσοφία θα με λυτρώσει από τις εξισώσεις και  έρχομαι  στο Ρέθυμνο για μεταπτυχιακά . Επαναπατρίστηκα μεν,  αλλά είδα  αμέσως πως ο ακαδημαϊκός κόσμος έχει άλλη άποψη για το τι εστί φιλοσοφία από αυτήν που είχα (και έχω) εγώ. Εδώ δεν έκανα δεύτερη φορά το λάθος να κάτσω να πάρω πτυχίο. Τα παράτησα στο χρόνο απάνω και δούλεψα ψήστης σε ταβέρνα, στα νερά της Αργυρούπολης. Η καλύτερη ειδικότητα που έχω κάνει ποτέ.  Εκεί , ανάμεσα στα νερά και στα πλατάνια αποφασίζω πως θα  ασχοληθώ αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Για την ακρίβεια δεν  ήταν απόφαση. Ήταν ένα κάλεσμα χρόνων που μόνο τότε καταδέχτηκα να το αποδεχτώ.  Καιρός ήταν.

Δάσκαλός μου αρχικά ο γλύπτης και φίλος Μανώλης  Σκευάκης.
Πλούτος ακατέργαστης  σκέψης και μεγάλο ταλέντο στην πέτρα και στο μάρμαρο.
Τα τελευταία χρόνια κάνει κυρίως μεταλλικές κατασκευές.

Λίγο μετά γίνομαι βοηθός του Ηρακλειώτη ζωγράφου – διακοσμητή Γιώργου Κλώνου. Από αυτόν έμαθα τον πλούτο των υλικών  και των τεχνικών τους. Ο άνθρωπος ήταν  Πανεπιστήμιο από μόνος του. Δεν έπεσε ποτέ στα χέρια μου βιβλίο που να γράφει τις τεχνικές  λεπτομέρειες που έμαθα στη σύντομη  μαθητεία κοντά του.

Το μόνο που δεν κατάφερε να μου μάθει ήταν η «επαγγελματική συνείδηση»

Τρίτη χιλιετηρίδα της μετά Χριστόν εποχής (για τις δυτικές κοινωνίες)

Εγώ δεν θέλω  να πάω. Ο ψυχίατρός μου συμφωνεί μαζί μου. Πόλεμος δεν φαίνεται  στον ορίζοντα. Αλλά και να γινόταν, θα ήμουν από τους πρώτους  μη ήρωες νεκρούς. (οι σημερινοί πόλεμοι δεν έχουν ήρωες όπως οι παλιότεροι). Τι να γυρεύω  λοιπόν εγώ στον Ελληνικό στρατό; Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως με έπεισαν πως είμαι καλά και πήγα.

«Χαϊδάρι, Ρόδος  και Χανιά και Ρέθυμνο εν’ τέλει
Στον αργαλειό με βάλανε να κάνω το κουρέλι»

Η θολούρα από το στρατό έφταιγε; οι καλλιτεχνικές μου ανασφάλειες; Η αγάπη μου για τη λαϊκή ζωγραφική; Δεν ξέρω. Πάντως αμέσως μετά το στρατό μαθήτευσα στο εργαστήριο του σπουδαίου  Ρεθεμνιώτη αγιογράφου Σπύρου Καλατζαϊντωνάκη και υπό την εποπτεία του βοηθού του τότε και εξαιρετικού αγιογράφου Μπάμπη Μαρκάκη από τις Μέλαμπες του Ρεθύμνου. Αυτοί οι δύο με μύησαν στον απύθμενο πλούτο της  Βυζαντινής αγιογραφίας  και ζωγραφικής. Κοντά τους έμαθα απίστευτα μικρά τεχνικά μυστικά, αλλά απέκτησα και άλλη καλλιτεχνική ματιά στην εικόνα. Επίσης έμαθα το χρώμα. Και σαν υλικό και σαν στοιχείο της σύνθεσης και σαν… έρωτας.

Έμαθα επίσης και την ονομασία του κάθε χρώματος αλλά αυτό προσπαθώ να το ξεμάθω.

Την εποχή εκείνη ήταν έντονη και η επιρροή μου από τον ζωγράφο-αγιογράφο Γιώργο Κόρδη.

Το θέμα είναι πως εγώ δεν  μπορώ να γίνω αγιογράφος , όπως δεν μπόρεσα να γίνω ούτε φυσικός ούτε φιλόσοφος.

Αλλά εδώ τελειώνουν τα βιογραφικά και αρχίζουν εσωτερικού τύπου αναζητήσεις.

Έχω τις εμπειρίες μου, έχω τις γνώσεις μου κι έχω και τα πινέλα μου.

Πίνω και τις ρακές μου αλλά τα χρώματα τα διαλύω με νερό.

Βλέπω τα  όνειρά μου αλλά τα σχέδια τα κάνω με το αντιβηχικό της μάνας μου!

Πίνω καφέ  αλλά ο καμβάς είναι λευκός σαν κελί.

Ρε τι γίνεται;

Γίνεται πως εδώ  τελειώνουν  τα βιογραφικά κι αρχίζουν οι βιογραφίες και οι μεγάλες κουβέντες. Δεν είναι για μας αυτά τα πράγματα

Εμείς είμαστε ζωγράφοι.

Κουβεντιάζω αυτά τα θέματα  με φίλους όπως ο Μικελάντζελο, ο Γιάννης, ο Αμεντέο,  ο Απελλής, ο Βίνσεντ, ο Μάνος, ο Θεόφιλος, , ο Αλέξης, η Βάσω , ο Νίκος, ο Γιαννούλης ,ο Πάμπλο, ο Λεονάρντο, ο Αστραπάς, ο Δομήνικος , ο Οδυσσέας,  κλπ., κλπ αλλά μου λένε να μη μιλώ:

Γιατί ρε παιδιά;

Γιατί εσύ είσαι ακόμα ζωντανός!

 

 

Biographical information

My father left Crete at the end of the decade of ‘50s to follow a vagrant feather driver.
At the decade of 60’s he arrived at Evvoia, where he decided to settle and make his own family.

1968 was a very interesting year indeed! King Mswati III of Zwaziland was born while Beatles were already at the beginning of the end. That great year, among all these facts, I was born!

In 1969, my mother got confused. Instead of giving me a scoop of cough syrup, she gave me pure alcohol! Thus, I developed strong antibodies.

I grew up listening to the songs of Savvopoulos, Kaldaras, Xilouris , Kazantzidis and Markopoulos, some of the greatest Greek composers and singers of all time.

We bought our first black and white television in 1973. This historical advancement arrived finally at our home!

In the 70’s, a high school student at that time, I used to paint, as all children did, however, with more passion I think.

Life treated me hard at that time. Parents, teachers,  all strict with me to become a decent person. I can’t ignore the happy moments though; girls I wanted to get married with, disco nights, etc.

We are in the 80’s. A new era has risen! Greece finally becomes member of EOC and I still keep painting with undiminished passion.

(Strict, overprotective parents do not try to control your children….believe me, it is almost impossible! I don’t even know how I managed to survive all kind of domestic experiments…. it is an unsolved mystery indeed! Thankfully, my parents never realized any of my experiments outside that unfortunate day I almost burnt the house.)

In the 90’s, I started my studies at the Physics Department of the University of Patrai. Very soon I realized that this wasn’t what I wanted to do in life….I would follow my own path….I got my first painting courses and participated in two exhibitions organized by the University of Patrai in ’92 and ’93.

As soon as I got my degree, I moved to Crete, where I originate from. I settled in Rethimnon to study Philosophy at a postgraduate level, however, I decided not to complete my studies.

I got a job at a traditional tavern and very soon I felt that it was finally the appropriate time to start working on what I loved most in life till that moment, and that was the painting.

My first instructor was the sculptor – and close friend as well – Manolis Skeyakis, a real expert in stone, marble and metal artworks. Later on, Georgios Klonos, a painter – decorator from Heraklion (Crete), became my mentor. After having  completed my service in the Greek army, Spyros Kalaitzantonakis and his personal assistant, Babis Markakis, introduced me to the byzantine iconography and painting. I also got strong influences from the painter – byzantine iconographer George Kordis, although I did not become an iconographer.

My experience, my knowledge and my painting brushes are my weapons. I love drinking “raki” and discuss my deeper and more intimate thoughts with close friends like Vincent, Domenico, Michelangelo, Amanteo etc. Sometimes they kindly ask to stop the conversation. When I ask them

 why I should do this,

they reply:

“Because you are still alive!”

Αυτή η ανάρτηση είναι επίσης διαθέσιμη στο: Αγγλικα